Αρχείο για Νοέμβριος, 2012

Τα ρολόγια στάζουν αίμα
και τα σακάκια βλαστήσανε καρφιά
Καρφιά επίχρυσα στην καρδιά
Ποιοί παίζουν με τα νιάτα μας
Ποιοί τρέχουν τον χρόνο μας μπροστά
Οι χώρες βρέχουν αλυσίδες πάνω από τα σβέρκη μας
και οι πόλεις γεμίσαν αναιμικά πουλιά
πουλιά που μόνο περπατούν
πουλια που συζητάν για τα σακατεμένα φτερά
Μείναμε μόνοι…κάποιοι γίναν ερπετά, κάποιοι γίναν αρπακτικά
και η ζωή συνεχίζει την τροχιά
Η άρνηση σου σ’ αυτά σε κρατάει ψηλά
Φέρτε σκοτάδια να καταπιώ
Να γίνω γητευτής στη χώρα των δειλών
Να γίνω κεραυνός στα πόδια των ασήμαντων
Να πάρω σπόρους απ’ την ατλαντίδα των ονείρων
και να μεταμορφωθώ σε τροχό, σε χορό, σε πυρσό
κι έχει η έρημος δροσιά
κι έχει η κόλαση νερά
Εμείς το ξέρουμε καλά
γιατί συνεχίζουμε να παίζουμε ακόμα με φτερά..

 Π.Σ

Ανάσκελα ξαπλωμένος στο κρεβάτι.

Κοιτάζεις το ταβάνι, την φωτεινή λάμπα, δεν την παρατηρείς, δεν παρατηρείς κάτι συγκεκριμένο, απλά κοιτάζεις και ταξιδεύεις στην φωτεινότητα της.
Σκέφτεσαι διάφορα και χάνεσαι στις σκέψεις.
Και περνά η ώρα, τα λεπτά, πολλά λεπτά κι όταν κάποια στιγμή ανοιγοκλείσεις συνειδητά τα βλέφαρα, κουνήσεις το κεφάλι και επανέλθεις στον πραγματικό χρόνο, αναρωτιέσαι τι σκεφτόσουν και απορροφήθηκες.
Προσπαθείς να βάλεις όπισθεν στις σκέψεις και συνειδητοποιείς πως τόση ώρα δεν σκεφτόσουν τίποτα?!
Δεν σου ‘χει τύχει?
Αυτό το τίποτα όμως κρύβει πολλά, πάρα πολλά. πολλές σκέψεις που η μία προλαβαίνει τον πρόλογο της άλλης.
Σαν ένας διαγωνισμός για το ποιά θα αποσπάσει την αποκλειστικότητα του εγκεφάλου σου.
Ένας διαγωνισμός που λήγει χωρίς νικητή.
 Όλες επιλαχούσες.
Δεν αμφισβητείται η σημαντικότητα κάποιων και η ιεραρχία τους, αλλά κάποιες φορές η ποσότητα ακυρώνει την ποιότητα.
Έτσι κι’ εδώ όλες οι σκέψεις ίσης σημασίας μοιάζουν τελικά.
Αλλά πολλές, πάρα πολλές και το μηχάνημα διαλογής κράσαρε.
Και κάπου εκεί στην συνειδητοποίηση αυτών χάνεσαι πάλι στο ταβάνι και στην λάμπα. Μέχρι να τσούξει ξανά το μάτι και να πιαστεί ο σβέρκος.

Μία επανάληψη με στρατιωτική ακρίβεια.

Ο διακόπτης όμως είναι δίπλα σου, κλείστον!

P.N

Χάρτης Ονείρων

Posted: 2 Νοεμβρίου 2012 in Σκέψεις-Κείμενα

Έπεφτα πάνω στους περαστικούς, η καρδιά μου χτύπαγε σαν ταμπούρλο, συνέχιζα να περπατάω. Ανοιγόκλεινα τα μάτια μου δυνατά, σαν να ‘θελα να ματώσουν.  Γύρω μου τρέχανε παιδιά, μερικά κατρακυλώντας στην χωμάτινη κατηφόρα κι άλλα με τα ποδήλατά τους έκαναν κόλπα με τα πετάλια…φωνάζανε, γελάγανε και με τον δικό τους άγαρμπο τρόπο φλερτάρανε…Κοίταξα γύρω μου μην μπορώντας να πιστέψω το τι συμβαίνει. Υπήρχαν πανέμορφα σπίτια με μια κοινή αισθητική αλλά τόσο ξεχωριστά μεταξύ τους. Κάποιοι γέροι κάθονταν με τις καρέκλες τους κάτω από ένα πλάτανο, μερικοί είχαν τις συντρόφους τους αγκαλιά. Μιλούσανε για τις στιγμές πάθους κι έρωτα που ‘χανε ζήσει, άλλοι εξιστορούσαν πως γνωριστήκαν με τον σύντροφο της ζωής τους. Τα παιδιά τους περικύκλωναν μερικές φορές και προσπαθούσαν να τους τρομάξουν. Ένας γέρος άρχισε να μιμείται κινήσεις δασκάλου με την πρόθεση να τα επιπλήξει, όλοι έσκασαν στα γέλια. Κρασί και φαγητό  άφθονο. Γύρισα την πλάτη μου προχώρησα…πέντε νέοι μόλις είχαν ξυπνήσει, έπιναν καφέ και κούρδιζαν τις κιθάρες τους ή καθάριζαν τ’ άλλα μουσικά όργανα, στάθηκα πλάϊ τους…ολιγόλεπτη σιωπή, νότες, μουσική, φωνή, θεσπέσια μουσική. Είχανε γίνει οι ίδιοι μουσικά όργανα, τα δαχτυλά τους, οι παλάμες τους, το στόμα τους μοιάζαν μαγικά, σκορπίζανε εικόνες. Άρχισε ο χορός…τα σώματα αγκάλιασαν τη μουσική τους κι απελευθέρωσαν μικρά ουράνια τόξα. Κάποιοι άρχισαν να τρέχουν προς τη θάλασσα, στη κίνηση τους έλιωναν τα ρούχα και αποκαλύπτονταν τα σώματά τους σταδιακά. Το νερό ήταν τόσο γαλήνιο, σαν να περίμενε αυτά τα σώματα να το ταράξουν, να του δώσουν μια άλλη κίνηση. Ξεχώριζα μόνο βρεγμένα μαλλιά και χαμόγελα. Έκανα ένα βήμα και ξαφνικά βρέθηκα σε μια τεράστια έκταση με χορτάρι και πανύψηλα δέντρα. Πράσινο, μπλε…μόνο αυτά τα χρώματα γεμίζαν το οπτικό μου πεδίο…και ύφαιναν μέσα μου μια ολόκληρη θάλασσα συναισθημάτων. Ύστερα με πλησίασε, με φίλησε, δεν μπορούσα να καταλάβω ακριβώς τη μορφή, δεν μπορούσα να καταλάβω καν το φύλο. Ένιωθα τόσο ερωτικά, κάθε αισθητήριο εκτινασσόταν δυναμικά ώστε να απορροφήσει κάθε κραδασμό της ηδονής. Ήμουν γυμνός…κι εκείνος ή εκείνη. Τα σώματα ενώθηκαν κι ανυπομονησία σώπασε, μόνο ανακούφιση και ευτυχία. Χείλη υγρά σέρνονταν πάνω στη σάρκα και η γλώσσα ύγραινε τα στεγνά μέρη του σώματος μου. Έσβηνε και άναβε κάθε κύτταρο του σώματός μου… Κραυγή…Ήμουν ανάσκελα στην αγκαλιά, κοίταζα προς τα πάνω, μια στρώση φύλλων που τα διαπερνούσαν ηλιαχτίδες. Δεν μπορούσα να ’μαι πιο γεμάτος, πιο δυνατός, σάρκαζα τον ίδιο τον θάνατο.

 Π.Σ