Αρχείο για Απρίλιος, 2013

Ζωή

Posted: 30 Απριλίου 2013 in Σκέψεις-Κείμενα
Ξανάρθες πάλι
Καλωσόρισες
Δε σε γνώρισα
Στο πέπλο της φαντασίας
Φαντάζεις έτοιμη
Μας έλειψες
Το γέλιο σου
Φωτίζεις από το χώμα
Προς τα πάνω
Τις μέρες μου θα απλώσω στο φουστάνι σου
Τα λάθη μου περπατούσαν στις παλάμες σου
Κι εσύ να πλένεις γελώντας τα χέρια σου
Μας έλειψε η όψη σου
Θυμάμαι τις λέξεις που μ’ άφησες
Δεν τις πρόφερα ποτέ
Σε στιγμές τις αγκάλιασα
Κι εσύ πιο όμορφη από ποτέ
Να μου λες πώς να φτιάχνω θάλασσες
Μας έλειψε η νιότη σου
Σαν άστρο θα καείς πάλι
Κι εσύ να μου λες πως τ’ άστρα γεννιούνται από εμάς
Κι εγώ να λιώνω σε σκοτεινές φωλιές
Κι εσύ να με κερνάς λίγο ήλιο
Το σώμα μου να μένει παράλυτο
Κι εσύ να λες πως το σώμα μου χορεύει
Στο σώμα των γύρω μου
Μας έλειψες
 Π.Σ
Μια γιορτή σαν αυτήν
Οι διαμελισμένοι έχουν χορτάσει
αγέρωχοι και λησμονημένοι
στο ξημέρωμα του Οιδίποδα
περάστε το κατώφλι του ωραρίου
περάστε το κατώφλι του σχολικού σφαγείου
περιγελάστε τον Άμλετ
και σκιαχτείτε με τα καμώματα του διευθυντάκου
Γέμισε το πλήθος με Μεγάλους αλεξάνδρους
και μια Louise Michel κραυγάζει
η πόρνη των ονείρων σας
ποιος θα χτυπήσει την καμπάνα
ένα χωριό καίγεται
και ο ιησούς λατρευτική μορφή με κόστος
χείλη υποταγμένα φιλούν τα θρύψαλα
αιματοβαμμένοι περιμένουν την Κρίση
ο Βοϋτσεκ γελάει νευρικά και μας κοιτάει αμήχανα
ακονίζει το ξυράφι του
Πυροβολήστε όλοι μαζί
Φτάνει ο ήλιος
Φτάνει ένα παιδί με φόρα
Πυροβολήστε πριν να είναι αργά
Πριν ο Ρομπέρτο Τσούκκο πετάξει
Πρέπει να σβήσουμε τον ήλιο
Πρέπει να πνίξουμε την Παλαιστίνη στον βυθό
Πεινάνε τα σκυλόψαρα για αίμα
Να τηρήσουμε την τροφική αλυσίδα
Την αλυσίδα του Προμηθέα
Να παστώσουμε με μακιγιάζ τον Ντοστογιέφσκι
Φαίνεται πολύ ανοίκειος
Σήμερα θα κάψουμε τις κολασμένες γυναίκες
Σήμερα ο Θεούλης θα δειπνήσει με το σώμα του Ζενέ
Γρήγορα φορέστε τα κοστούμια σας
Περιμένει η γκροτέσκα μορφή του Μουσολίνι
Περιμένουν οι νεκροί των ειρηνικών πολέμων
Σήμερα πρέπει να προσφέρουμε λίγο γέλιο
Στους νεκρούς.
 Π.Σ

Η ώρα δέκα το πρωί. Αέρινο φανελάκι, σακάκι καφέ και παντελόνι με τσάκιση αλλά αρκετά φαρδύ (το ‘χα πάρει σε μια δημοπρασία που είχαν βγάλει στο σφυρί τα ρούχα του Πάγκαλου για να μειωθεί το έλλειμμα). Περίπατος. Φόρεσα τα ακουστικά μου. Πάτησα play…ο ήχος που ξεχύθηκε σαν ποτάμι μέσα στο τούνελ του αυτιού μου ήταν μαγικός http://www.youtube.com/watch?v=GW0Epv2iMD8. Το βάδισμά μου έμοιαζε αγγελικό. Το μπετόν είχε μεταμορφωθεί σε μια κρούστα από ζελέ. Κάθε νότα ήταν σαν απαλό γαργαλητό. Τα πουλιά μοιράζανε χορογραφίες στον αέρα και τα σκυλιά προσπαθούσαν ατσούμπαλα να τα μιμηθούν. Έβγαλα τα ακουστικά μου να αφουγκραστώ και τον φυσικό ήχο….<< Στην άκρηηηη!>> φώναξε ένας πιτσιρικάς (περίπου 15 χρονών) με μια σχολική τσάντα στην πλάτη, που πρέπει να ζύγιζε κάπου στα 678 κιλά. <<Σιγά ηρέμησε>> του είπα καθώς έτρεχε…εκείνος σταμάτησε και με κοίταξε…Παύση (Τσεχωφική)…Χαμογέλασε…Πλησίασε με αργό σταθερό βήμα σαν gangster…<<Μπορείς να με βοηθήσεις σε κάτι;>>…Τρόμαξα άλλα κατάφερα να συλλαβίσω: <<Σε τι;>>…Έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του και το άναψε…<<Άργησα στο σχολείο και θα έχω μπλεξίματα, θα μου φωνάζουν και τέτοια, σου είναι εύκολο να παραστήσεις τον πατέρα μου και να πεις ότι με είχες πάει στον γιατρό;!>>…΄΄Τι μου επιφυλάσσει άραγε και η σημερινή μέρα;!΄΄ σκέφτηκα! <<Ναι θα σε βοηθήσω…έχω βρεθεί στη θέση σου και ξέρω>>…<<Όπα>>, με διέκοψε, <<μην αρχίσεις τις πατρικές συμβουλές τώρα γιατί θα σου σκάσω κάνα μπουκέτο στην καράφλα>>. Ωραία θα περάσουμε και σήμερα…<<Άκου να σου πω..>> ύψωσα την φωνή μου και εκείνος όπλισε την γροθιά του, κατευθείαν γλύκανα τη χροιά μου <<Είναι μακριά το σχολείο καμάρι μου;>>. Έφτυσε την γόπα λες και βρισκόταν σε κανένα saloonκαι με το κεφάλι ψιλοσκυμμένο μουρμούρισε <<εδώ πιο κάτω>>!

 Εκείνος μπροστά και εγώ πίσω του περάσαμε το κατώφλι του σχολείου. <<Πάμε στον διευθυντή να του μιλήσεις>> μου ψιθύρισε αγριεμένος. <<Πιάσε το χέρι μου!>> μου είπε, <<να φαίνεται πως είμαι υπάκουος>>. Χτύπησα την πόρτα του διευθυντή και μια φωνή μας απάντησε <<Εμπρός>>. Άνοιξα τη πόρτα σοβαρός και προσάρμοσα τα φρύδια μου στην περίσταση. Με το που μπήκαμε αντίκρισα ένα γραφείο που ήταν 10 μέτρα επί δέκα και ζύγιζε 3 τόνους τουλάχιστον. Πάνω σ αυτό βρίσκονταν κάτι χαρτιά, σφραγίδες με λαβή γουδοχέρι που χτυπάς και τζατζίκι αν θες και μια ταμπέλα σαν κι αυτές στη λαΪκή που έγραφε με τεράστια γράμματα ΄΄ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ΄΄. Πίσω απ’ αυτό το εικαστικό τοπίο παραλόγου βρισκόταν σε μια καρέκλα ένας χτικιάρης μυταράς με γυαλιά μυωπίας αλα JohnLennon. <<Χαίρεται>> μας είπε ρίχνοντάς μας φευγαλέες ματιές, <<Γιατί άργησες πάλι Σπύρο;;>>. <<Θα σας εξηγήσει ο πατερούλης μου κύριε>> είπε ο μικρός και τον κοίταζα καλά καλά σαστισμένος από την τεράστια υποκριτική του. Ένοιωθα ότι έπαιζα σε μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι. Ξερόβηξα και κοίταξα μια επιγραφή από πίσω από τον διευθυντή που ανέγραφε τ’ όνομά του, <<Κοιτάξτε, κύριε Σαλτιμπάγκο μου, έπρεπε να πάω τον μικρό στον γιατρό γιατί ένοιωθε κάποιες ζαλάδες τελευταία και επιπλέον έπρεπε να πάμε και στον ορθοπεδικό γιατί είχε και ένα πρόβλημα στον αστράγαλό του>>. Ο μικρός με τράβηξε από το μανίκι και γαργαλώντας μου τ’ αυτί μου ψιθύρισε, <<Όχι τον αστράγαλο, έχω γυμναστική σήμερα, δεν θέλω να τη χάσωωω!>>…Ξαναπευθύνθηκα στον διευθυντή, <<Βέβαια τώρα είναι μια χαρά ο αστράγαλός του και σταφύλια πατάει άμα θέλει και βγάζει δύο τόνους κρασί>>. Ο μικρός έκανε μια γκριμάτσα και στο βλέμμα του μπορούσα να διαβάσω <<ΠΟΣΟ ΜΑΛΑΚΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ;;;;;>>. Ο διευθυντής έξυσε το πηγούνι του και με ανακριτική φωνή μου είπε <<Έχετε ταυτότητα κύριε;>>, εκεί άρχισα να ιδρώνω λίγο, <<Ε όχι δεν μου βρίσκεται>>. Εκείνος χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, <<Αν είστε ο πατέρας του  τότε μας πήρατε και το πρωί τηλέφωνο και τον ψάχνατε κι εσείς! Πως γίνεται αυτό;;>>. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ και πολύ, <<Τον έψαχνα γιατί ήθελα να τον πάω στον γιατρό και δεν τον έβρισκα και έλεγα μήπως πετάχτηκε για λίγο στο σχολείο>>, <<Ναι πετάχτηκε να ρωτήσει τι κάνουμε και να πάρει το χαρτζιλίκι του…>> με ειρωνεύτηκε με ένα ύφος τηλεοπτικό. <<Σας παρακαλώ κύριε Σαλτιμπάγκε μου, μην με ειρωνεύεστε εμένα…>>, του φώναξα και ταυτόχρονα σκεφτόμουνα πως στο διάολο βγαίνει αυτός από το γραφείο του αφού δεν υπάρχει χώρος ούτε αριστερά ούτε δεξιά γιατί το γραφείο ήτα γιγάντιο. Ξαφνικά πατάει ένα κουμπί στο γραφείο του που σήμανε συναγερμό και κάνει ένα σάλτο με τριπλή πιρουέτα και πηδάει πάνω από το γραφείο….<<Τρέξεεε!!!!>> μου φώναξε ο μικρός και όπου φύγει-φύγει! Έτρεχα σαν τρελός στο προαύλιο και στο μυαλό μου είχε καρφωθεί η λαστιχένια – καρναβαλική μούρη του διευθυντή Σαλτιμπάγκου! Πάνω στην αναμπουμπούλα της φυγής έχασα τον μικρό Σπύρο από δίπλα μου. Άρχισα να ανεβαίνω κάτι σκαλιά, τα ανέβαινα τρία-τρία, στο μυαλό μου ζωντάνεψαν σχολικές μνήμες. Δυο αισθήματα σφιχταγκαλιάστηκαν μέσα μου, Πανικός και Συγκίνηση! Δεν ήξερα που να κρυφτώ, είχαν ξαμολυθεί καμιά δεκαριά securitάδες με γυαλιά ηλίου rayban και μας κυνηγούσαν όπως στο ΜATRIX τον Κιάνου Ρήβς. Άνοιξα μια πόρτα και μπήκα μέσα γρήγορα…Διαπίστωσα πως ήταν μια σχολική τάξη με καμιά εικοσαριά παιδιά στα θρανία να με κοιτάνε αποσβολωμένα…!
 Με μια ορχηστρική μαεστρία που θα ζήλευε και ο Θεοδωράκης (κάνω και λίγο κομμουνιστική προπαγάνδα) φώναξαν όλα μαζί <<Γειά σας κύριεεε>>, μόνο ένας παχουλός με ένα τεράστιο σάντουιτς δεν πρόλαβε να ενορχηστρωθεί μαζί τους γιατί μάσαγε την ντομάτα. <<Γειά σας παιδιά μου, μισό λεπτό να κλείσουμε λίγο τις κουρτίνες γιατί έχω μια ευαισθησία στον ήλιο>>. Έπρεπε να παραμείνω για λίγο στην τάξη μέχρι να ηρεμήσουν οι αιμοβόροι raybanάδες security. <<Πού είναι ο κύριος Μυλωνάς>> με ρώτησε ένας γυαλαμπούκας με χωρίστρα, <<Ποιος είναι ο κύριος Μυλωνάς;>> τον ρώτησα εγώ, <<Ο θρησκευτικός μας>>, <<Αααα ναι θα τον αναπληρώσω εγώ σήμερα γιατί έχει πάει να κοινωνήσει και μετά έχει κάτι βαπτίσια>>. Έπεσα στο κατάλληλο μάθημα σκέφτηκα…είναι μια καλή ευκαιρία να βάλω τη σπίθα της επανάστασης στα παιδιά και να διώξω τον σκοταδισμό. <<Για πείτε μου τι είχατε πει στο προηγούμενο μάθημα>> ρώτησα παίρνοντας σοβαρό ύφος. Σήκωσε το χέρι της ένα κοριτσάκι με κοτσιδάκι ‘’μπανανιά’’ και με μάγουλα τόσα μεγάλα που στρίμωχναν τον διπλανό της και κόντευαν να τον εκτοπίσουν. Της έδωσα το λόγο, <<Είχαμε πει και τον Αδάμ και το μήλο και το φίδι και την Εύα και…>>, ευτυχώς πήρε ανάσα αλλιώς θα έσκαγε. <<Κατάλαβα κατάλαβα! ωραία ας μιλήσουμε λίγο γι αυτά>> είπα και κοίταξα το ταβάνι. Με πολύ γλυκό ύφος: <<Ακούστε παιδιά όλα αυτά είναι ψέματα, ο καθένας μεγαλώνοντας καταλαβαίνει μέσα από βιώματα και σκέψη ότι η κόλαση και ο παράδεισος βρίσκονται εδώ. Φάτε όσα πιο πολλά μήλα μπορείτε στη ζωή σας, ανακαλύψτε τον κόσμο χωρίς να σας ορίζουν μέχρι που θα πάτε. Όλη σας τη ζωή θα ακούτε ένα ‘’επιτρέπεται’’ κι ένα ‘’απαγορεύεται’’. Θα σας το πω πολύ απλά, σκεφτείτε πως εγώ κρατάω στα χέρια μου κάποια πράγματα όπως, η ευτυχία, ο έρωτας, η γνώση, η τροφή. Σκεφτείτε λοιπόν πως δεν θα σας αφήσω ποτέ να τα γευτείτε ή θα σας πω εγώ μέχρι πού και πόσο να το κάνετε. Θα σας φοβίζω πως αν  τολμήσετε να τα πλησιάσετε θα σας φάει το σκοτάδι, θα καείτε σε καζάνια με φωτιά και θα ουρλιάζετε από τον πόνο>>, πετάχτηκε ένα αδύνατο παιδί με σηκωμένες τις κάλτσες ψηλά και φώναξε <<Είστε κακός!!!!>>. Με είχε κατακλύσει το αίσθημα της εξέγερσης, <<Ακριβώς είμαι κακός αν το έκανα αυτό, και δεν τελείωσα, φανταστείτε να σας έλεγα απαρνηθείτε όλες τις χαρές τις επίγειες, λιμοκτονήστε, πολεμήστε για χάρη μου μέχρι θανάτου και γω κάποια στιγμή σε μια άλλη ζωή θα σας χαρίσω ένα παραδεισένιο κόσμο!>>. <<Είστε ψεύτης, πονηρός!!>> φώναξε ο παχουλός φτύνοντας ψωμιά από το στόμα του. <<Ακριβώς, είμαι ένα ανθρώπινο τέρας που παρουσιάζεται με θεϊκή μορφή>> ούρλιαξα από χαρά και ανέβηκα πάνω στην έδρα. Το φυτό με τα γυαλιά στο πρώτο θρανίο έπιασε την γόμα του και την εκσφενδόνισε με δύναμη κατά πάνω μου. <<Έτσι εξεγερθείτε, σβήστε με τις γόμες σας>> φώναζα. Ξαφνικά άνοιξα τα μάτια μου κι ένα σμήνος γομών πετούσε απειλητικά προς το μέρος μου!! Άρχισα να τρέχω γεμάτος χαρά…βγήκα από την τάξη κι από πίσω μου ένα τσούρμο οργισμένα νιάτα μου πετούσε ότι έβρισκε μπροστά του. Οι καθηγητές βγήκαν από τις τάξεις κι άρχισαν να κυνηγάνε τα παιδιά, ένας δάσκαλος φώναξε την μαγική λέξη ‘’ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ’’. Τα μάτια των παιδιών άστραψαν…σε λίγη ώρα στήθηκαν τα πρώτα οδοφράγματα ή μάλλον θρανιοφράγματα με προσάναμμα τις τυρόπιτες του κυλικείου. Κάθισα σ’ ένα παγκάκι με θέα την πρόσοψη του σχολείου κι απολάμβανα τις υπέροχες εικόνες που ζωγράφιζαν οι μικροί με χαμόγελο και φωτιά. Φόρεσα τα ακουστικά μου, playhttp://www.youtube.com/watch?v=YR5ApYxkUU.
Αφιερωμένο στους μικρούς ποιητές…
 Π.Σ