Αρχείο για Δεκέμβριος, 2014

ΑΚΟΥ ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ (6)

Posted: 9 Δεκεμβρίου 2014 in Σκέψεις-Κείμενα

Περπατούσα σε μεγάλο αστικό δρόμο, γύρω μου κόσμος πολύς, κτίρια μείζονος σημασίας (που κι αυτά τα ίδια έχουν ξεχάσει γιατί είναι μείζονος, το πολύ πολύ να φάνε 20-30 κατουρήματα τη μέρα από περιτρεχάμενους και άστεγους) και θεόρατα μαγαζιά με ανοιχτά τα τεράστια σαγόνια τους έτοιμα να καταβροχθίσουν τους καταναλωτές. Άρχισα λοιπόν το αγαπημένο μου παιχνίδι. Κλείνω τα μάτια και προχωρώ κανονικά, έπειτα προσπαθώντας να αιφνιδιάσω ακόμα και τον ίδιο μου τον εαυτό σηκώνω το βλέμμα μου προς μια τυχαία κατεύθυνση. Όποια εικόνα εμφάνιστεί μπροστά μου θα της δώσω υπερβολική σημασία.. σαν να βλέπω card-postal. Στην πρώτη εικόνα αντίκρισα ένα βουνό λίπους να συνθλίβει ένα huge burger έξω από ένα φαστ-φουντ. Οι σάλτσες τρέχαν στα μουστάκια του σαν να είχαν μαζευτεί 10 άντρες-μουστάρδοι και εκσπερμάτωσαν στο πρόσωπό του. Η κοιλιά-λόφος του παλλόταν από την προσπάθεια της συνολικής κίνησης των σιαγόνων και ταρακουνούσε το μικροσκοπικό τραπεζάκι που βρισκόταν μπροστά του. Ήταν σαν να κοκορουμαχούσαν δύο παράξενα ζώα. Η εικόνα μου ψιλοδιαλύθηκε από μια εξωτερική παρεμβολή…ένα κεφάλι με ένα καπέλο κόκκινο που έγραφε BIG BURGER εμφανίστηκε από ένα μικρό παραθυρο του μαγαζιού και τον ρώτησε με ύφος καχύποπτοαν είχε πληρώσει. Ο εύσωμος κυριούλης σηκώθηκε και άρχισε να υστεριάζει, καθώς όμως είχε πάνω από 30 κιλά κοτόπουλο με μείγμα ψωμιού στο στόμα άρχιζε να ραντίζει όλο το μαγαζί και κυρίως τη μούρη του υπαλλήλου με σαλιωμένα αποφάγια. Διαμαρτυρόταν ότι είχε πληρώσει, τουλάχιστον αυτό κατάλαβα από την σημειολογία του σώματός του. Η εικόνα διαλύθηκε εντελώς όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν ένας παλιός φίλος. Μου ζήτησε να τον αντικαταστήσω στη δουλειά του. Τον ρώτησα κατευθείαν τη δουλειά κάνει. Delivery σε σουβλακοπωλείο μου απάντησε. Όταν είπε σουβλακοπωλείο μου ρθε προς στιγμή να δακρύσω από τα γέλια αλλά βαστήχτηκα! Οκ εννοείται, σε πέντε λεπτά θα μαι εκεί.
Βρίσκομαι στο σουβλακοπωλείο σε τέσσερα λεπτά…το μηχανάκι του φίλου παρκαρισμένο απ’ έξω…βάζω μπουφάν, γάντια, μπότες, παντελόνι μηχανής και περιμένω την πρώτη παραγγελία με το κράνος στο χέρι…όταν ξαφνικά το βλέμμα ανυπομονυσίας μου διακόπηκε από μια μεγαλειώδη καρπαζιά…το αφεντικό (χοντρός, με φανέλα άσπρη και τριχιώ κατσαρό να διαπερνά την ιδρωμένη φανέλα) λοιπόν μου απηύθυνε το λόγο μετά την καρπαζιά λέγοντας: »Σιγά ρε μάστορα πως ντύθηκες έτσι; δε θα τρέξεις και στο MOTO GP…ξεντύσου γρήγορα γιατί σε βλέπουν οι πελάτες και μας κάνεις ρεζίλι». Έβγαλα λοιπόν το παντελόνι (κόκκινο δερμάτινο), αυτό θεώρησα αρκετό. Στέκομαι λοιιπόν μπροστά στο πάγκο της ετοιμασίας των σουβλακίων και περιμένω. Ήταν δύο υπάλληλοι, ο ένας έκοβε μανιωδώς τον γύρο λες και είχε πει μια χύτρα λιωμένο LSD, ιδρωμένος μέχρι τις φτέρνες του, ακόμα και μέσα στο αυτί του είχε φυσσαλίδες ιδρώτα και ο δεύτερος, σαν ιαπωνικό ρομπότ του 2100 μοντέλο τύλιγε ασταμάτητα τα σουβλάκια.Μια κυρία καθάριζε τους γύρους που πέφτανε κάτω, ήταν σαν να μην είχε στρέψει ποτέ το βλέμμα της προς τα πάνω, συνεχώς κοιτούσε το πάτωμα με εμμονή. Ξαφνικά το ιαπωνικό ρομπότ έστρεψε τα κόκκινα μάτια του πάνω μου και φώναξε: ΕΤΟΙΜΟΣΣ!
Τοποθετώ προσεχτικά τα σουβλάκια στο κουτί και ανεβαίνω στο υπερ-σάπιο δίκυκλο του φίλου μου και ανοίγω το γκάζι. Πήγαινα με 60 χλμ plus, όταν βρήκα μια ευθεία αποφάσισα να του δώσω να καταλάβει, έφτασα τα 120 και το μηχανάκι ούρλιαζε σαν γριά που της βγάζεις τα δόντια. Όταν το μυαλό μου ακαριαία συλλογίστηκε »όπα ρε μαλάκα δεν κοίταξα την διεύθυνση!!». Σταμάτησα πήρα τηλέφωνο το μαγαζί και μου είπαν τη διεύθυνση αφού με στόλισε το αφεντικό με κοσμητικά του τύπου »σιχαμερή Deliverου τον παίρνεις, είσαι μια Αδερφή πάνω σε σέλα, να ψοφήσεις στο δρόμο μωρή Λουκρητία». Ωραία περνάμε! Σκέφτηκα. Συνέχισα τη διαδρομή από βαρεμάρα και μόνο…όταν σε ένα στενό εμφανίστηκε μια λακούβα 2 επί 2 σε βάθος και πλάτος, δεν πρόλαβα να φρενάρω και με καταβρόχθισε. Σηκώθηκα και συνέχισα…το μηχανάκι ψιλοπαράλυτο να παραμιλά με επιθανάτιο βρόγχο. Έφτασα!! Χτυπάω κουδούνι, ακούγεται μια πανγερόντικη φωνή »ποιός είναι τέτοια ώρα βρε καθάρματα;». »Έφερα τα σουβλάκια κυρία μου» απαντάω με επαγγελματικό ήθος και ευπρέπεια. Ανοίγει την κάτω πόρτα. Ασανσέρ και τσούπ χτυπάω το κουδούνι κρατώντας την τσάντα με τα σουβλάκια. Ανοίγει η πόρτα (δυστυχώς) και εμφανίζεται η ενσάρκωση του Χάρου. Τρικάμπουρη, νυχτικό, μασέλα μαύρη και μαλλί σαλιγκαρίσιο. »Πόσο κάνουν;;» ψέλλισε λες και με βριζε. Πάω να ανοίξω την τσάντα και βλέπω πως τα σουβλάκια είχαν διαλυθεί, λογικά από τη πτώση. »Εεεε, ναι…», παίρνω στην χούφτα μου τους γύρους και τις πίτες και της λέω »Ανοίξτε τη χούφτα σας λίγο», την ανοίγει και της τα δίνω…»Ορίστε κερασμένα» της είπα ευγενικά. Γουρλώνει τα θανατερά, τσιμπλωμένα της μάτια και κραυγάζει »Μωρή μαλάκω Deliverου…». Δεν καταλαβαίνω γιατί σήμερα με φωνάζουν όλοι έτσι,σαν ΄να ήταν συννενοημένοι. »τι θα φάω εγώ τώρα ρε σιχαμένη deliverου;». Μια βραχυχρόνια έκρηξη του εγκεφάλου με οδήγησε στο να της πω »Μωρή σαλούφα πεθαμένη για να σου φέρω τα σουβλάκια ως εδώ προηγήθηκαν 100 ψυχολογικοί και σωματικοί βιασμοί…Φάε τώρα τη σοδειά μας και ψόφα μαζί μας». Η πόρτα έκλεισε δυνατά. Τον γύρο στην χούφτα τον κράτησε όμως. Γύρισα την πλάτη για να καλέσω το ασανσέρ και ξαφνικά ένοιωσα την πόρτα πίσω μου να ξανανοίγει, στρέφομαι σιγά σιγά και βλέπω την γριά με μια αυτόματη καραμπίνα. »OHHH FUCK» σκέφτηκα στα αγγλικά και άρχισα να υπερπηδώ τις σκάλες, εκείνη ξοπίσω μου…ανελέητο κυνηγητό για πέντε λεπτά περίπου..βλέπω ένα μεγάλο κτίριο και μπαίνω από την πίσω πόρτα. Παίρνω δύο ανάσες και αρχίζω να περιφέρομαι στο χώρο…αυτό που θα ζούσα ήταν χίλιες φορές χειρότερο από την γριά που με φώναζε »Σιχαμερή Deliverου» με μια καραμπίνα στο χέρι.
Άρχιζα να περιπλανιέμαι στο κτίριο μην μπορώντας να βγω έξω καθώς με παραμόνευε ο Χάρος.
Βρίσκομαι σ’ ένα μεγάλο διάδρομο, από την άλλη άκρη εμφανίζεται ένας αγχωμένος κύριος με ένα ασύρματο στο χέρι…πλησιαζόμαστε και με ρωτάει »Ποιός είσαι συ, τι θέλεις εδώ;», Απαντάω δειλά »Ε εγώ χάθηκα και μπερδεμένος άνοιξα και μπήκα». Με κοίταξε εξονυχιστικά για κάμποσα δευτερόλεπτα και ξαφνικά έσπασε την σιωπή λέγοντας »Μπορείς να υποδυθείς ενα 15χρονο παιδί;». »Ναι, γιατί όχι;» απάντησα, εδώ υποδήθηκα τον delivery σκέφτηκα. »Τότε θα μου φανείς χρήσιμος» μου πε. Του ζήτησα να μου εξηγήσει καθώς περπατούσαμε στο διάδρομο τι ακριβώς θέλει να κάνω και τι στο διάολο είναι δω. »Άκουσε φίλε μου», είπε με βραχνη φωνή, »Εδώ είναι ένα talent show που λέγεται Music Schoolήκια και παρουσιάζουμε μικρά παιδιά που τραγουδάνε μπροστά σε εκατομμύρια τηλεθεατές. Τελευταία στιγμή μάθαμε ότι αρρώστησε ένα παιδί και οι Γονείς του θέλουν να διαγωνιστεί ακόμα κι αν δεν συμμετέχει το ίδιο το παιδί τους. Οπότε είσαι η μόνη ελπίδα μας αν υποδυθείς τον 15χρονο γιο τους. Κάντο μόνο και μόνο γι αυτούς τους Γονείς». Ένοιωσα πραγματικά μέσα μου τη σημασία της λέξης Έντρομος. Πριν προλάβω να ξεστομίσω την απαντησή μου εμφανίζονται οι Γονείς και με σφίγγουν με δάκρυα στην αγκαλιά τους φωνάζοντας »Αυτός είναι; Αυτός θα μας λυτρώσει; Εσείς καλέ μου κύριε θα υποδυθείτε τον γιο μας;». Σαστισμένος, δεν κουνιόταν η γλώσσα μου από τη θέση της…με προλαβαίνει πάλι ο υπεύθυνος της εκπομπής »Ναι αυτός είναι ο σωτήρας μας!! Πάμε να τον ετοιμάσουμε στο καμαρίνι γιατί σε λίγο θα πρέπει να βγει. Εσείς περιμένετε στα παρασκήνια για να τον καμαρώσετε». Με πήρε από το μπράτσο και φύγαμε, ένοιωθα όλο μου το σώμα παράλυτο ενώ οι Γονείς με κλάματα ψιθύριζαν »Σ’ ευχαριστούμε!».
Άρχισαν να με ντύνουν με κοντά σορτσάκια και πουκαμισάκια ριγέ, ταυτόχρονα με ξύριζαν, ο υπεύθυνος με ρωτάει »Ποιό τραγούδι ξέρεις να λες καλά;», » Το Έχω ένα μυστικό» απαντάω ακαριαία. »Τέλεια» φωνάζει. Ήμουν σίγουρος ότι ονειρεύομαι. »Σε δύο βγαίνεις», μου λέει, »Κάνε μας περήφανους». Με πηγαίνουν στα παρασκήνια, ένα βήμα πριν τη σκηνή, κοιτάζω έντρομος τα έντονα φώτα και αρχίζω να οπισθοχωρώ, όταν νοιώθω αιφνιδιαστικά ένα δυνατό σπρώξιμο στην πλάτη να με πετάει στη σκηνή και The show starts…Βρίσκομαι στο κέντρο της σκηνής! Λόγω των δυνατών φώτων δεν βλέπω καλά, διακρίνω όμως τέσσερις φιγούρες να κάθονται απεναντί μου σ’ ένα μακρόστενο τραπέζι και από πίσω τους καθισμένοι άνθρωποι. »Καλώς ήρθες γλυκέ μου!» είπε μια από τις τέσσερις φιγούρες. Εγώ φυσικά δεν μίλησα. »Είσαι ντροπαλός μωλέ, μωλέ;» είπε ένας από τις φιγούρες και το μόνο που ξεχώριζα ήταν η φράτζα του. Ρε τι γίνεται εδώ; σκέφτηκα και απρόσμενα άρχιζαν να παίζουν τα όργανα το »Έχω ένα μυστικό». Άρχιζα να κάνω πόζες διαφόρων σταρ που χα δει σε περιοδικά προκειμένου να τους ευτελίσω το show και κάπου κάπου έλεγα και τα λόγια. Το τραγούδι τελείωσε και ήμουν πεποισμένος ότι τα είχα καταφέρει αρκετά καλά για να μου ρίξουν γιαούρτια και η γαμημένη εκπομπή τους να μην ξαναπαίξει…Όμως με το που σταμάτησα ένα ξέφρενο χειροκρότημα ακούστηκε και η επιτροπή όρθια με αποθέωνε…αυτός ειδικά με τη φράντζα έπιανε το κεφάλι του κι έλεγε »Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω, οτι υπάρχουν τέτοια παιδιά σ’ αυτόν τον τόπο». Ήθελα να του πω να που να δεις και τους φίλους μου αλλά η εκπληξη με έκανε να μην μπορώ να μιλήσω πάλι. Μόλις βγήκα από την σκηνή ακολούθησε ένα δεκάλεπτο κεφαλοκλείδωμα από τους Γονείς…»Εσένα θέλουμε για παιδί μας, μας έκανες να τρέμουμε από χαρά και περηφάνια» έλεγε βουρκωμένη η Μάνα. Ο Πατέρας μου βάραγε χαστουκάκια κι έλεγε »Μπράβο καμάρι μου, μπράβο άντρα μου».
Κάπου εκεί αισθάνθηκα πως κάποιος φαρσοποιεί την ζωή μου και από έναν άλλο κόσμο με βλέπει και γελά. Στο τέλος βγήκαν όλα τα παιδιά να υποκλιθούν, εγώ τους παρατηρούσα από τα παρασκήνια. Υποκλινόντουσαν, υποκλινόντουσαν και γω φανταζόμουν πως υποκλίνονται για να μην φανεί το μαχαίρι που έχουν καρφωμένο στη κοιλιά.
Περαστικά.

Advertisements