Αρχείο για Μαρτίου, 2015

vakbowl3-thumb-largeΕδώ και κάμποσο καιρό κατοικώ στον πελώριο, γυάλινο, στρογγυλό κόσμο. Μερικές φορές όπως σηκώνομαι από το γυάλινο κρεβάτι χτυπάω το κεφάλι μου στο γυάλινο προσκεφάλι. Σηκώνω με προσοχή το γυάλινο σεντόνι μου και το τοποθετώ με ευλάβεια στην άκρη. Τεντώνομαι με συστολή και παίρνω το γυάλινο πρωινό μου. Πεντανόστιμα μικρά κομμάτια γυαλιού με νερό. Καταβροχθίζω κάμποσα. Ανάβω το γυάλινο τσιγάρο μου σε οριζόντια στάση. Ντύνομαι γρήγορα χωρίς λόγο. Βγαίνω έξω. Περπατώ στον γυάλινο δρόμο που καθρεφτίζει το κάτω μέρος του σαγονιού μου. Έχω αντίληψη του μεγέθους μου. Μικρός. Φτάνω ως ένα σημείο. Δεν μπορώ παραπέρα. Ακουμπάω τα χέρια μου στην τεράστια γυάλα και ατενίζω το έξω. Προσπαθώ να καταλάβω τι υπάρχει. Η εικόνα που βλέπω είναι ακατάληπτη. Δεν ξεχωρίζω επιφάνειες, μορφές και όγκους. Μόνο μερικά χρώματα. Χρώματα διαφορετικά του διάφανου. Αυτή η όψη με συγκινεί. Με κάνει να χτυπάω υπόκωφα το γυαλί που με περιβάλλει. Φαντασιώνομαι πως μ’ ένα ανεπαίσθητο χτύπημα του δαχτύλου μου θρυμματίζεται. Παίρνω μια γυάλινη, αστρφτερή εφημερίδα. Διαβάζω. Τα γράμματα μοιάζουν να αιωρούνται. Νέα απ’ όλο τον γυάλινο κόσμο. Την πετάω σε γυάλινο κάδο. Μια γάτα βουτάει μέσα στον κάδο και βγαίνει ακαριαία ενας άνθωπος με γυαλιά στο στόμα του. Κοιτάω στην τσέπη μου να δω τι υπάρχει. Βγάζω το γυάλινο μαντήλι μου. Έχει σχήμα ρόμβου. Σκουπίζω τη μύτη μου. Ματώνει. Επιστροφή στο γυάλινο σπίτι μου. Χαιρετώ τον γείτονά μου. Εκείνος απαντά κρυμμένος στο τεράστιο, γυάλινο σπίτι του, μέσα από τις γυάλινες κουρτίνες μ’ ένα νεύμα. Τρώω θρύψαλα για μεσημεριανό. Άνοστα αλλά χορταστικά. Ξεδιψάω με γυαλιά σε σχημά τριγώνων. Αρχίζω χορεύω κι ονειρεύομαι πως δημιουργώ ρωγμές στον τεράστιο γυάλινο τρούλο που με σκεπάζει. Κατεδαφίζομαι λόγω κούρασης. Αγγίζω το γυάλινο, ψυχρό πάτωμα με τις παλάμες μου. Αστράφτει από καθαριότητα. Αψεγάδιαστο. Κοιτάω μέσα του και βλέπω την ανύπαρκτη προοπτική. Σηκώνομαι και στρέφομαι προς τον τοίχο. Προσπαθώ με κραυγές να του απαντήσω, να του ορίσω τη μορφή. Ύστερα πίεσα το πρόσωπό μου πάνω του. Ήθελα να απορροφηθώ μέσα του και να σταλάξω τον παλμό της καρδιάς μου μήπως τον θρυμματίσω. Το έφτυσα. Έφυγα. Σκοτείνιασε ο γυάλινος ουρανός μου. Σκεπάστηκα προσεχτικά. Το γυάλινο σεντόνι μέχρι το λαιμό. Ο ύπνος απόμεινε το μοναδικό μονοπάτι ελευθερίας μου.

Η Στιγμή που τραβιέται το μαχαίρι προς τα πίσω αφου πρώτα χωθηκε ολόκληρο
Αυτό το βλέμμα της συνείδησης της μαχαιριάς αποκτήσαμε
Θανατική Αποδοχή
Όλους σχεδόν τους φυλακίσανε, τους φυλακίσανε με αόρατα σύρματα
Τους φυλακίσανε στο κουφάρι της τρέλας
Τους κεντήσανε τα ξεσκισμένα φορέματα της νύφης και του γαμπρού
Τους πετάξανε στις σπηλιές της θλίψης
Είναι η εποχή που μπορείς να είσαι ο ελάχιστος εαυτός σου
Να απαντάς σε χαιρετισμούς από νεκρόλακους
Οι καρκινικές κύστες της ιστορίας άρχισαν να σκάνε μια-μια
Τόσα χρόνια έρευνας και πραγμάτωσης πάνω στην διαστροφή
Ξαμολύθηκαν τα τέρατα της λεηλασίας ψυχών
Εμείς, αυτοί οι Εμείς, σαστίζουν
Μην κλαις, μην κλαις, πως περίμενες να φτάσεις εκεί που θες
Δεν γίνεται πάντα να φτάνεις εκεί που αξίζεις
Δεν κολυμπάς στον αέρα
Στη θάλασσα είσαι
Στην προσπάθεια θα μετρηθώ, όχι στο αποτέλεσμα
Έχει μια καθαρότητα των πληγών σου αυτή η εποχή
Έχει μια αισχρή γύμνια των μαστιγωμένων σωμάτων
Ο καθένας προσπερνά την ιστορία σαν αποτρόπαιο θέαμα νεκρού
Θα σταθούνε όμως κάποιοι, έχω εμπιστοσύνη
κάποιοι θα πεθάνουν με το μαχαίρι της ζωής στα δόντια.