Archive for the ‘Διάφορα’ Category

Είμαστε οι ζωγραφιές σας.
Οι κακότεχνες ζωγραφιές σας.
Οι ζωγραφιές που ορίστηκαν από τα πινέλα σας.
Φιγούρες που ζηλεύουν οι ικέτες βασιλιάδων.
Έργο τέχνης που αυτοκρίνεται για τη μορφή που του έδωσε ένα ξένο χέρι.
Ήσυχα και θλιβερά παίρνουμε τη θέση μας στον καμβά μέχρι να λιώσει το μολυβένιο χρώμα μας.
Σε θαυμάζουν, σε σαρκάζουν και καγχάζουν σε εκθέτουν και γελάνε αγάπη μου σε αποχαιρετούνε πριν το άπειρο με γέλιο κακογερασμέμης βασίλισσας.
Με λόγια αποφάγια, μας μνημονεύουνε
μας δίνουν νέα μορφή με πιο άχρωμα πινέλα μας συνθέτουν και μας χωράνε σε μικρότερο πλαίσιο.
Αυτοί που θελήσαν να πετάξουνε χρώμα στον αφιλόξενο καμβά θα σβηστούν, θα τρυπηθούν με ένα διαβήτη.
Αυτοί θέλησαν να χωρέσουν φιγούρες που κινούνται με ευκολία και χάρη που πετάνε σπίθες σε ακινησία.
Αυτοί που φώναξαν βουβά η ζωή μου, η δική μου ζωή δεν έχει χώρο εδώ.
Αυτοί που χαρτογραφήσανε ασυρμάτιστο κόσμο.
Διαμελίστηκαν με αιματηρό πινέλο.
Π.Σ.
Advertisements

Η Έκφραση ως μέσο

Posted: 24 Νοεμβρίου 2016 in Σκέψεις-Κείμενα

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια απόπειρα αποτύπωσης κάποιων σκέψεων και βιωματικών εμπειριών για την τέχνη.
Οποιαδήποτε μορφή τέχνης- έκφρασης συναντήσει κανείς μπορεί να εντοπίσει τη χαρά της δημιουργικότητας και του εκφραστικού αποτυπώματος του ατόμου ή των ατόμων που τη συντελούν. Από τη ζωγραφική μέχρι τη μαγειρική, η εξωτερίκευση εσωτερικών κόσμων, που πιθανώς δε γνωρίζουμε καν, αναδύονται. Η έκφραση των πιο μυστικών πεδίων, η παλίρροια που φέρει ο καθένας μέσα του, ζητά τον χώρο της σε οποιαδήποτε μορφή. Από τον πηλό μέχρι μια νότα, αυτό το «κύμα» βρίσκει αναπνοή σε μια μορφή. Οι πιο μεγάλοι φόβοι, οι πιο άγνωστες μνήμες μας, αυτό το ανείπωτο που δεν εγκλωβίζεται σε διαλέκτους και σε γλωσσολογικά σημεία στίξης, αναζητούν το σκάλισμα, την ανάπλαση, τη μεταμόρφωση και τη διοχέτευση τους. Θεωρώ πως η τέχνη παρέχει και προσφέρει το στοιχείο της ενθύμησης. Μια ενθύμηση που οδηγεί στην αυτοσύσταση, με νέους όρους, και στην αλληλοσύσταση, εξίσου με άλλους όρους. Μια μυστική λειτουργία που αντιλαμβάνεται με ιδιόμορφους κώδικες την πραγματικότητα και καίει τις άμυνες του ατόμου από την κανονικότητα των κοινωνιών παλεύοντας να εναρμονίσει μορφή και περιεχόμενο. Να γεννήσει τη συνθήκη του μη βιώσιμου.
Το κίνητρο της δημιουργίας, όταν δεν εφορμά από την επιδειξιομανία ή την απόκτηση υλικού κέρδους, έχει άγνωστη πηγή, αποτελεί παρόρμηση που έχει ρίζες ακαθόριστες. Η ανάγκη της τέχνης δε βρίσκεται στην απόκτηση μιας αλήθειας αλλά στην συμφιλίωση του ανθρώπου με τον μη εγκλωβισμό της. Ειναι προστάδιο ή και τόπος υπαρξιακής σύνθεσης ενός ατόμου.

Π.Σ

Game over

Posted: 25 Ιουλίου 2016 in Σκέψεις-Κείμενα

Το ξυπνητήρι χτυπάει επίμονα σε ένα διαπεραστικό τόνο. Εντάξει, πειστικά, δεν μπορώ να πώ. Σηκώνομαι γρήγορα-γρήγορα απο το κρεβάτι μου και παίρνω το δυναμωτικό μου breakfast. Καφέ σε κανάτα. Έχει και ζάχαρη. Η κανάτα είναι απο την προίκα μου. Μην τη σπάσω, θα φωνάζει η μαμά.
Έχω πολύ τρέξιμο και κυνήγι σήμερα. Απ’ όσο θυμάμαι το ίδιο και χθές και προχθές και πρωτύτερα, και αν θυμάμαι καλά, και αύριο και μεθαύριο και αργότερα. Δεν έχω παράπονο. Είναι μια ενασχόληση που διδάχθηκα καλά στην οικογενειακή εστία, καθώς και στα τραπεζοκαθίσματα ενός ιδρύματος που λέγεται σχολείο.
Σήμερα θα ξεκινήσω το κυνήγι περιφεριακά, προσπαθώντας να μην αποκλειστώ, για να καταλήξω στο κέντρο του λαβύρινθου. Σ’ όλη αυτή τη διαδρομή είναι γνωστό ότι κρύβονται κάτι μικρομέγαλα αφεντικούλια, σκοπός είναι να τα ξετρυπώσω απο τις φωλίτσες τους. Η βαθμολογία είναι ζωτικής σημασίας, κάθε ένα που ανακαλύπτω μου δίνει πόντους. Όσο περισσότεροι πόντοι τόσο καλύτερα, γιατί κάποια στιγμή θ’ αλλάξω πίστα. Δεν θυμάμαι, αλλα νομίζω πώς ακόμη δεν τα έχω καταφέρει.
Κάποιες φορές είχα πάρει bonus φρουτάκι, όχι μπανάνα, γιατί παχαίνει και δε θέλω ν’ αποκλειστώ. Μια φορά το bonus ήταν ένα αγοράκι ντυμένο ναυτάκι που με κυνηγούσε με φωνή σειρήνα να μου δώσει να ΄φαω σπανάκι. Δεν θυμάμαι αν έπραξα σωστά, αλλά πάτησα escape.
Βγαίνω λοιπόν τρέχοντας έξω απ’ το σπίτι μου με μεγάλη χαρά. Τρέχω-τρέχω, πηδάω κάτι εμπόδια στο δρόμο μου, κουτάκια αναψυκτικών, λακουβίτσες, προφυλακτικά, γατάκια, διαφημιστικά supermarkets, κουτσουλίτες, άστεγους, και ούπς! Νά, το πρώτο αφεντικούλι! Λίγο μικρό μου φαίνεται αλλα γλούπ! Δεν κάθεται φρόνιμο. Τί; 50 πόντους; Άισχος! Τόσο λίγους βαθμούλιδες. Συνεχίζω… Α, να και το επόμενο, και το επόμενο, κι ένα ακόμη, και τούτο κι εκείνο και το άλλο και, και, και σύνολο 480 πόντοι. Απ’ όσο θυμάμαι το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε καλό ούτε άσχημο. Game Over για σήμερα. Τουλάχιστον πήρα κι ένα bonus. Ένα μεταλλαγμένο σπόρο. δεν θυμάμαι όμως πώς να το χρησιμοποιήσω.

Τ.Π.

13823380_1794899340747753_845151233_n.png

Φυγές

Posted: 21 Απριλίου 2016 in φωτογραφίες, Σκέψεις-Κείμενα

‘Επαιζα καθημερινά μια άσκοπη παρτίδα σκάκι.

Κράταγα σα λυσσασμένο θεριό το μωρό και το φαί του, μα από την αγωνία μην επιτεθεί ο εχθρός ξέχασα να το ταίσω.

Σάπισε το φαί. Πέθανε το μωρό.

Τα πάντα είναι φυγή στο τέλος.

Καίει ο κόσμος κάτω απ’τα πέλματά σου και πρέπει διαρκώς να πηδάς στις μύτες από κάρβουνο σε κάρβουνο.

Πουθενά να μη μένεις. Το ψέμα είναι πως θα μείνεις.

Μα είμαστε πάντα καλύτεροι στις πλάνες. Είναι ελεγχόμενες. Μπορείς να παίξεις όσο θες, να τις γεμίσεις, να τις αδειάσεις, κι ύστερα δεν τρέχει τίποτα. Ελεγχόμενο πείραμα. Θέτεις ένα ιδεατό όριο και παίζεις μέχρι να τ’αγγίξεις. Κι όλα καλά. Λίγη σκόνη –ή πολλή- μα τη σκουπίζεις κι ετοιμάζεις τα υλικά για το επόμενο πείραμα. Κι ούτε μπορώ να ξεχωρίσω πια αν είναι από φόβο ή από ανία. Μου μεινε μόνο η αγωνία μιας λερναίας ανάγκης που, όποτε πάω να της κόψω ένα κεφάλι ,πετάει δέκα.

Αν δεν της έκοβα κεφάλια, θα’χαμε ίσως μια χαρά πορευτεί μαζί. ;

φωτογραφίες: Τζοάνα Βρακά

Τ. Β.

Ο πρώτος κύκλος του Κοριολανού ολοκληρώθηκε και ετοιμάζει βαλίτσες για τα επόμενα ταξίδια του!
Ευχαριστούμε όλους εσάς που με την στήριξη σας μας κάνατε να μην θέλουμε να «είμαστε αδύναμοι».
Ραντεβού στις επόμενες συναντήσεις μας!!!

12874148_10208952629910910_1984169298_o-1.png

Που λες, γυρίζω ξυπόλητη σε μια πόλη ασπρόμαυρη. Γυρίζω ξυπόλυτη σε εναν κόσμο που θέλω να αλλάξω, ψάχνοντας μια στάλλα χρώμα. Χρώμα δε βρήκα τελικά. Βρήκα όμως μυρωδιές απ’αλλού, σώματα γενναία, πρόσωπα που ακόμα κοιτούν στα μάτια. Και νιώθω τελικά οτι η πιο ισχυρή μας αντίσταση κόντρα στην ασπρόμαυρη πόλη είναι τα πρόσωπα που ακόμα κοιτούν στα ματια. Και γυρίζω, που λες…

φωτογραφίες της Τζοάνα Βρακά

ΑΚΟΥ ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ (7)

Posted: 13 Φεβρουαρίου 2016 in Σκέψεις-Κείμενα

Συνηθισμένο απόγευμα στον δυτικό κόσμο του 21ου αιώνα, όλα εκεί, μεγάλα και εμείς μικροί μέσα τους. Στέκομαι στην αποβάθρα του μετρό και περιμένω, κοιτάζω επίμονα τις κόκκινες κουκίδες στον πίνακα που σχηματίζουν την ένδειξη 1′. Πάντα με πιάνει ένα άγχος όταν κοιτάω αυτή την ένδειξη, νομίζω πως μόλις τελειώσει αυτό το λεπτό θα βγει από τις ράγες ένας υπέρλαμπρος τεράστιος ναζιστής με αυτόματο πυροβολικό του 1940 και θα μας γαζώσει όλους. Το άγχος μου παίρνει τέλος καθώς εμφανίζεται το μετρό και βγαίνει ένας λιωμένος γραβατάκιας και μία γρία που κουβαλάει 5 τόνους πορτοκάλια…την κοιτάζω αξιοθαύμαστα και μπαίνω στο βαγόνι με το βλέμμα καρφωμένο πάνω της, οι πόρτες κλείνουν. Όλοι μέσα κουνιόμαστε σαν τα πλαστικά σκυλάκια στα ταξί…ο καθένας στον μικρόκοσμό του με γρήγορες φευγαλέες ματιές γύρω γύρω μηπως εντοπίσουμε κανένα τζιχαντιστή και τινάξει τις ανιαρές ζωές μας στον αέρα. Οι σκέψεις μου σταματάνε και κάνουν αναστροφή όταν εντοπίζω 20χρονο να φοράει ακουστικά και να τραγουδάει μόνος του…πλησιάζω σαν ακροβάτης, μυσταγωγικά, όσο πλησιάζω καταλαβαίνω καλύτερα τι τραγουδάει ή μάλλον ραπάρει…»έχει τόσο φως όμως όλα μου φαίνονται μαύρα με μια μάνα που τρώει τα παιδιά της πάντα και συ μόνος σε μια πόλη 5 εκατομμυρίων φυλάγεσαι από παντού από τα στόματα των κυρίων…», η φωνή του κάνει fade in και τα μάτια του σφίγγουν δυνατά…»Μη φοβάσαι ότι και να γίνει μη φοβάσαι φτάνει μόνο αληθινός να ξέρεις να `σαι, μη φοβάσαι, μη φοβάσαι, τους φόβους, τις αλυσίδες σπάσε φτάνει μόνο να μην κοιμάσαι, μην φοβάσαι».

Στην απέναντι θέση ένας κύριος με σακάκι σκατουλί και απόχρωση ευκοίλιας στις βάτες, βγαλμένος από τα πιο απαίσια όνειρα ενός πιτσιρικά, ξυπνάει από το τραγούδι του 20χρονου..ανοίγει τα μάτια του τρομαγμένος με 18.000 τσίμπλες στο δεξί μάτι, κοιτάζει επίμονα, με θανατερό βλέμμα τον πιτσιρικά, τα μάτια του μοιάζαν σαν να θέλουν να πεταχτούν έξω και να γίνουν αλλόκοτοι δαίμονες με φτερά κορακιού…η γλώσσα του αρπάζει με σιδερένιες τανάλιες μία από τις χιλιάδες λέξεις που πέρασαν αστραπιαία από το μυαλό του…<<κανίβαλεεεε>>, ο πιτσιρικάς δεν τον ακούει απλά σαστίζει από την αριστοφανική φατσάρα του κυρίου…<<που νομίζεις οτι βρίσκεσαι;;; σε κανένα καταγώγι με τους φίλους σου τους πίθηκες!! σεβασμός ξέρεις τι σημαίνει αγόρι μου;;>> είπε ο κύριος και κοίταξε γύρω του για συνένοχους, το βλέμμα του έπεσε πάνω μου. << έτσι δεν είναι; με τους αλήτες που έχουμε μπλέξει!>> με ρώτησε. <<έχεις μια μύξα στο δεξί σου ρουθούνι και 18.000 τσίμπλες στο αριστερό σου μάτι>>, του απάντησα με επιστημονικό ύφος αλά Χάρβαρντ. Σηκώθηκε έξαλλος με τον πατικωμένο κώλο του που ήταν σκιαγραφημένος με τριγωνάκια από τη θέση που καθόταν. Μια γλυκιά φωνή από τα μεγάφωνα αναγγέλει »Next station Metaxourgeio». O κύριος φωνάζει μόνος του <<κατεβαίνω γιατί δεν υπάρχει ανθρωπιά, ζώα>>. Δεν μπορώ να αντισταθώ…ο σαρκασμός γαργαλάει επίμονα τον εγκέφαλό μου…σκύβω στο αυτί και του λέω <<σε μπουρδελάκι πάμε;>>…με καρφώνει με το βλέμμα του με πέντε καρφιά σε κάθε άκρο μου…<<Αι στο διάλο σιχαμένε…θεέ μου συγχώρα με>> και σταυροκοπιέται βγαίνοντας.

Η θλίψη και η χαρά πάλευαν μέσα μου για κλάσματα του δευτερολέπτου όταν συνειδητοποίησα οτι και εγώ έπρεπε να κατέβω σ ‘ αυτή τη στάση. Βάζω την πανέμορφη παλάμη μου ανάμεσα στις πόρτες και την προλαβαίνω…με ύφος ήρωα-μασίστα την ανοίγω διάπλατα (οι πόρτες ανοίγουν αυτόματα), είχα αντιληφθεί οτι με κοιτούσε μια κοπελιά δίπλα…κάνω τον cool και προχωράω προς τα έξω με ύφος george clooney κοιτάντας τη πλάγια, οι πόρτες κλείνουν και εγκλωβίζουν το πρόσωπό μου…η φάτσα μου πιέζεται και πια έχω μεταμορφωθεί σε Nemo που ψάχνει τους γονείς του, ξαναανοίγουν και τρέχω πανικόβλητος λες και με κυνηγάει ο μιχαλολιάκος με ηλεκτρική σκούπα και τον ψιψινέλ. Ανεβαίνοντας βγαίνω στον δεύτερο επίπεδο του γκρίζου τσίρκου, κόρνες, βουητό και σφυρίγματα. Περπατάω μη ξέροντας πού και γιατί. Συναντάω μια πορεία…δυσκολεύομαι λόγω της γραμματοσειράς να διαβάσω τα αιτήματα στο πανό που έχουν σηκώσει (τα ήθελα πιο Βοld). Ξαφνικά από την αντίθετη κατεύθυνση έρχεται τρέχοντας ένα group που στα μπλουζάκια τους αναγράφει »CROSSFIT 2016, ΜΟΝΟ ΜΕ 40 ΕΥΡΩ ΤΟ ΜΗΝΑ» με Bold γραμματοσειρά. Στέκονται αντικριστά, η πορεία σταματάει, τα crossfitόπαιδα συνεχίζουν με επιτόπιο τρέξιμο και μερικοί πιο fit ρίχνουν και κάνα γρήγορο push-up εκπνέοντας δυνατά. Είναι η ώρα που επεμβαίνουν τα ΜΑΤ…Αρχιφύλακας με μουστάκι που εφαρμόζει το πυθαγόρειο θεώρημα φωνάζει <<Σταματήστε! Εσείς αλλάξτε δρομολόγιο για να συνεχίσει η πορεία>>. Ο μπροστάρης των crossfitόπαιδων πλησιάζει τον αρχιφύλακα και του εξηγεί πως αυτό δε γίνεται γιατί όλοι οι συμμετέχοντες έχουν πληρώσει για τη συγκεκριμένη διαδρομή, πλησιάζει ένας από την πορεία διαμαρτυρίας και τους λέει πως μπορούν να στρίψουν και να κάνουν μια μικρή παράκαμψη. Το αρχιcrossfitόπαιδο βγάζει τo Οkley γυαλί με λάστιχο από πίσω και σε brutal ύφος του λέει <<κάντε στην άκρη λαπάδες ή αν θέλετε τρέξτε μαζί μας>>. Ο διαμαρτυρόμενος απαντάει με όμορφη εργατική κίτρινη ροχάλα στα μούτρα του και ελαφρώς στάζει και στο Okley. Το αρχιcrossfitόπαιδο ψιθυρίζει <<Θα σου fitέψω μια σφαίρα στο κεφάλι αν σε ξαναβρώ μπροστά μου>>. Αρχίζει μια μάχη σωματική που συμπαρασέρνει σιγά σιγά τους πάντες, τα ΜΑΤ επεμβαίνουν με δακρυγόνα και κάποια crossfitόπαιδα διάσπαρτα αρχίζουν κοιλιακούς και έλξεις στα φανάρια…επικρατεί χάος….πατημένα γυαλιά Okley παντού!! Τρέχω για να περισώσω οτι έχει απομείνει από το αναπνευστικό μου σύστημα.

Βρίσκομαι σε κάτι στενά που μυρίζουν πάνω από 1200 χρόνια κατρουλίλα. Προσπαθώ να συνέλθω! Γυρνάω στα δεξιά μου και βλέπω να βγαίνει από ένα σπίτι με κόκκινο φωτάκι ο κύριος με το σκατουλί σακάκι που είχα συναντήσει πριν στο μετρό. Με κοιτάζει για δευτερόλεπτα έχοντας το βλέμμα πιστού που θα λογοδοτήσει μπροστά στον θεό του. Χαμογελώ προσπαθώντας να υποδυθώ τον Ιησού ή τον Μωάμεθ, δε θυμάμαι. Εκείνος ανοίγει το βήμα του και στο επόμενο στενό εμφανίζεται ο 20χρονος πιτσιρικάς απ’ το μετρό με τα ακουστικά ψιθυρίζοντας κάτι στίχους…ο κύριος μπαίνει άρον άρον σ’ ένα ταξί…! Παίρνω ξοπίσω τον πιτσιρικά…ένιωθα μια τρομερή έλξη να ακούσω τους ψιθύρους του…η φωνή του γινόταν όλο και πιο καθαρή όσο τον πλησίαζα…»πήδα έξω πήδα τώρα ή ποτέ κατάλαβέ το το απέραντο γκρίζο απ’ τα θεμέλια κατέστρεψέ το μη το σκέφτεσαι άλλο ο μόνος φόβος είναι ο φόβος κι από δω και πέρα ποτέ πια δε θα είσαι μόνος».

Π.Σ.